Μετάφραση του "bojkott" σε Ελληνικά

Οι μποϊκοτάζ, Μποϊκοτάζ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bojkott" σε Ελληνικά.

bojkott noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μποϊκοτάζ

    noun neuter

    Dessutom måste det nu införas en vattentät bojkott av diamanterna.

    Το σημαντικότερο είναι να επιβληθεί αμέσως ένα αποτελεσματικό μποϊκοτάζ στα διαμάντια από τη χώρα αυτή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bojkott " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Bojkott
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μποϊκοτάζ

    Angående: Bojkott av franska filmer och fransk musik i Turkiet

    Θέμα: Μποϊκοτάζ γαλλικών ταινιών και γαλλικής μουσικής στην Τουρκία

Φράσεις παρόμοιες με "bojkott" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bojkott" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη