Μετάφραση του "bom" σε Ελληνικά

Οι αστοχία, μπουμ, μπαμ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bom" σε Ελληνικά.

bom noun common w γραμματική

Misslyckande med att träffa.

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αστοχία

    noun feminine
  • μπουμ

    Och sen snö och allt och han skickade en och den flög, bom!

    Και για μια στιγμή τα'χασε και του ξέφυγε μια, και καρφώθηκε, μπουμ!

  • μπαμ

    Sen är det bara den här lilla knappen och bom!

    Μετά, απλά πατάω αυτό το κουμπί, και, μπαμ!

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πλακίδιο
    • ράβδος
    • αποτυχία
    • κομμάτι
    • πλάκα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bom " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "bom"

Φράσεις παρόμοιες με "bom" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αστοχώ · κλείνω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bom" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη