Μετάφραση του "bomb" σε Ελληνικά

Οι βόμβα, αντλία, Βόμβα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bomb" σε Ελληνικά.

bomb noun common w γραμματική

En apparat fylld med sprängmedel som används för att förstöra saker.

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • βόμβα

    noun feminine

    βόμβα [..]

    Bomben exploderade för två dagar sedan.

    Βόμβα εξεράγη πριν δύο μέρες.

  • αντλία

    noun feminine

    På 6000 meters höjd aktiveras bomben och då har vi bara 20 minuter.

    Στα 6000 μέτρα η αντλία ενεργοποιείται, και έχετε 20 λεπτά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bomb " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Bomb
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Βόμβα

    Bomben exploderade för två dagar sedan.

    Βόμβα εξεράγη πριν δύο μέρες.

Εικόνες με "bomb"

Φράσεις παρόμοιες με "bomb" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bomb" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη