Μετάφραση του "borste" σε Ελληνικά

Οι βούρτσα, σκούπα, Πινέλο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "borste" σε Ελληνικά.

borste noun common w γραμματική

Ett redskap med ett handtag och ett huvud med mer eller mindre böjbara strån som används för att ordna hår.

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • βούρτσα

    noun feminine

    Siktar ska rengöras med borste med styva hår.

    Τα κόσκινα πρέπει να καθαρίζονται με βούρτσα με σκληρές τρίχες.

  • σκούπα

    noun feminine

    Nu har vi bara den olösta frasen " en borste kvar ".

    Τώρα έχουμε μείνει με μία μη αποκρυπτογραφη - μένη φράση, " Μόνο μια σκούπα έμεινε ".

  • Πινέλο

    Inhalation av ånga i samband med målning med borste eller roller gav inte anledning till toxikologisk oro.

    Η εισπνοή ατμών κατά το χρωματισμό με πινέλο ή ρολό δεν κρίθηκε ανησυχητική από πλευράς τοξικότητας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σάρωθρο
    • φρόκαλο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " borste " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "borste"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "borste" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη