Μετάφραση του "bort" σε Ελληνικά
Οι μακριά, από είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bort" σε Ελληνικά.
bort
verb
adverb
γραμματική
bort (riktning)
-
μακριά
adverbDu lät de äldre skicka bort din enda dotter utan att ha någonstans att ta vägen.
Επέτρεψες στους γηραιότερους να στείλουν μακριά τη μοναχοκόρη σου χωρίς να έχει πού να πάει.
-
από
adpositionDärför bör prover företrädesvis tas genom en manlucka.
Για το λόγο αυτό, τα δείγματα πρέπει να λαμβάνονται κατά προτίμηση από την ανθρωποθυρίδα .
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bort " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "bort" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εκτοπίζω συν. εξοριζω: διώχνω
-
κατάργηση υπογραφής
-
αποβιώνω · αποθνήσκω · πεθαίνω
-
μαραίνομαι
-
πορτοφόλι · πουγκί · χρηματιστήριο · χρηματιστήριο αξιών
-
Κατάργηση από την ομάδα
-
Kατάργηση φόντου
-
Ομαλή κίνηση προς τα έξω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη