Μετάφραση του "bris" σε Ελληνικά

Οι αεράκι, αύρα, πνοή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bris" σε Ελληνικά.

bris noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αεράκι

    Noun

    Plötsligt var brisen över fältet som bortblåst och solen blev brännande het.

    Ξαφνικά, το αεράκι στο χωράφι με τα άχυρα είχε φύγει και ο ήλιος έγινε υπερβολικά ζεστός.

  • αύρα

    noun feminine

    Som den lätta bris som dansar genom riggen när den tjuter över dödsrop från tiotusen män.

    Μια ανάλαφρη αύρα περνά ανάμεσα στα κατάρτια καθώς τρίζουν, συνοδεία στις επιθανάτιες κραυγές δέκα χιλιάδων ανθρώπων.

  • πνοή

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αγιάζι
    • αναπνοή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bris " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bris" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη