Μετάφραση του "brist" σε Ελληνικά

Οι έλλειψη, ανεπάρκεια, απουσία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "brist" σε Ελληνικά.

brist noun verb common γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • έλλειψη

    noun feminine

    Om bristen inte åtgärdas inom en tidsperiod som ska fastställas av immaterialrättsmyndigheten ska avvisa begäran.

    Αν η έλλειψη δεν θεραπευθεί εντός προθεσμίας που ορίζεται από το Γραφείο, η αίτηση απορρίπτεται.

  • ανεπάρκεια

    noun feminine

    Följaktligen verkar det inte föreligga någon strukturell brist på utbudssidan på den relevanta marknaden enligt gemenskapsreglerna.

    Συνεπώς, δεν υφίσταται διαρθρωτική ανεπάρκεια στον τομέα της προσφοράς στην σχετική αγορά, όπως ορίζεται στο πλαίσιο κανόνων.

  • απουσία

    noun feminine

    Dessa metoder kännetecknades av avskärmning, brist på öppenhet i förvaltningen och splittring av disponibla resurser.

    Αυτές οι μέθοδοι χαρακτηρίζονταν από στεγανοποίηση και απουσία διαφάνειας της διαχείρισης και διασπορά των διαθέσιμων πόρων.

  • ανυπαρξία

    noun feminine

    En är bristen på rättslig status för frivilligarbetare.

    Μία από αυτές είναι η ανυπαρξία νομικού καθεστώτος για τους εθελοντές.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " brist " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "brist" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "brist" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη