Μετάφραση του "dy" σε Ελληνικά

Οι λάσπη, βόρβορος, βούρκος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dy" σε Ελληνικά.

dy noun common w γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • λάσπη

    noun feminine

    Innan människan kräIade upp ur dyn kanske hon också kunde välja.

    Πριν ο άνθρωπος βγει απ'τη λάσπη ίσως είχε αυτή την επιλογή.

  • βόρβορος

    noun masculine
  • βούρκος

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dy " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "dy"

Φράσεις παρόμοιες με "dy" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • dyn
    αμμοθίνα · αμμόλοφος · θίνα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dy" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη