Μετάφραση του "dygd" σε Ελληνικά

Οι αρετή, αγνότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dygd" σε Ελληνικά.

dygd noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αρετή

    noun feminine

    Mod är inte bara en av de främsta dygderna, utan som C.

    Το θάρρος δεν είναι απλώς μία θεμελιώδης αρετή αλλά, όπως παρατήρησε ο Κ.

  • αγνότητα

    noun

    Din far var så ivrig att bli kunglig att han ville sälja din dygd till Österrike.

    Συμφώνησε να πουλήσει την αγνότητα σου στην Αυστρία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dygd " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dygd" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη