Μετάφραση του "el" σε Ελληνικά
Το ηλεκτρισμός είναι η μετάφραση του "el" σε Ελληνικά.
el
noun
common
γραμματική
-
ηλεκτρισμός
noun masculineUnder de närmaste åren kommer el som framställs av solenergi att bli betydligt billigare.
Μέσα στα αμέσως επόμενα χρόνια, ο ηλεκτρισμός που παράγεται από την ηλιακή ενέργεια θα γίνει αισθητά φθηνότερος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " el " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "el" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Δημοκρατία της Μαρίι Ελ
-
Ζιν ελ Αμπεντίν Μπεν Αλί
-
Σημαία του Ελ Σαλβαδόρ
-
ελ σαλβαδόρ
-
Ελ Σαλβαδόρ
-
Μπαμπ ελ Μαντέμπ
-
ηλεκτρικός
-
Δομήνικος Θεοτοκόπουλος · Θεοτοκόπουλος Δομήνικος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη