Μετάφραση του "el" σε Ελληνικά

Το ηλεκτρισμός είναι η μετάφραση του "el" σε Ελληνικά.

el noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ηλεκτρισμός

    noun masculine

    Under de närmaste åren kommer el som framställs av solenergi att bli betydligt billigare.

    Μέσα στα αμέσως επόμενα χρόνια, ο ηλεκτρισμός που παράγεται από την ηλιακή ενέργεια θα γίνει αισθητά φθηνότερος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " el " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "el" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "el" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη