Μετάφραση του "el-" σε Ελληνικά
Το ηλεκτρικός είναι η μετάφραση του "el-" σε Ελληνικά.
el-
-
ηλεκτρικός
adjective masculineEn lågenergilampa förbrukar endast en femtedel så mycket el som en vanlig glödlampa.
Ένας ηλεκτρικός λαμπτήρας που εξοικονομεί ενεργεία χρησιμοποιεί πέντε φορές λιγότερο ρεύμα από τον συνηθισμένο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " el- " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "el-" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Δημοκρατία της Μαρίι Ελ
-
Ζιν ελ Αμπεντίν Μπεν Αλί
-
Σημαία του Ελ Σαλβαδόρ
-
ελ σαλβαδόρ
-
Ελ Σαλβαδόρ
-
Μπαμπ ελ Μαντέμπ
-
Δομήνικος Θεοτοκόπουλος · Θεοτοκόπουλος Δομήνικος
-
ηλεκτρισμός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη