Μετάφραση του "explicit" σε Ελληνικά

Οι ρητός, σαφής, απόλυτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "explicit" σε Ελληνικά.

explicit adjective adverb
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ρητός

    adjective masculine

    Även de ändamål för vilka uppgifter om den underhållsberättigade behandlas bör anges noggrant och explicit i förslaget.

    Απαιτείται επίσης επακριβής και ρητός ορισμός των σκοπών της επεξεργασίας δεδομένων τα οποία αφορούν το δικαιούχο.

  • σαφής

    adjective m;f

    Som nämns ovan är aspekterna för bevarande och förvaltning av miljöer och naturresurser mer explicit belysta.

    Όπως προαναφέρθηκε, θα υπάρξει σαφέστερη αναφορά στη διατήρηση και τη διαχείριση του περιβάλλοντος και των φυσικών πόρων.

  • απόλυτος

    adjective masculine
  • κατηγορηματικός

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " explicit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "explicit" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "explicit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη