Μετάφραση του "explosion" σε Ελληνικά

Οι έκρηξη, Έκρηξη, ανατίναξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "explosion" σε Ελληνικά.

explosion w γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • έκρηξη

    noun feminine

    Raketen flög iväg med hjälp av en väldig explosion av koldioxid som lindade runt dammsugarsladden.

    Απογειώθηκε με μεγάλη έκρηξη, τραβώντας το καλώδιο μιας σκούπας.

  • Έκρηξη

    plötslig utlösning av energi genom hög temperatur och gasutvidgning

    I en explosion i stationen Port-Royal dog 4 personer och 91 skadades.

    Έκρηξη στον σταθμό Port-Royal σκότωσε 4 άτομα και τραυμάτισε άλλα 91.

  • ανατίναξη

    Noun

    Om den ger upp, så blir explosionen ganska häftig.

    Αν εγκαταλείψει... πρέπει να ομολογήσω ότι η ανατίναξη είναι πολύ εντυπωσιακή.

  • ισχυρή έκρηξη

    noun

    Hör ni inget efter explosionen kan ni dra er tillbaka utan att röja er.

    Αν δεν ακούσετε τίποτα μετά τη μοναδική ισχυρή έκρηξη... μπορείτε ν αποτραβηχτείτε, δίχως ν αποκαλύψετε τη θέση σας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " explosion " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "explosion"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "explosion" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη