Μετάφραση του "exponering" σε Ελληνικά

Οι έκθεση, υπολειπόμενος κίνδυνος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "exponering" σε Ελληνικά.

exponering
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • έκθεση

    noun feminine

    En uppskattning av den exponering omgivande personer kan utsättas för skall göras för varje föreslagen användningsmetod.

    Η παθητική έκθεση πρέπει να εκτιμάται για κάθε μέθοδο εφαρμογής.

  • υπολειπόμενος κίνδυνος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " exponering " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "exponering" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη