Μετάφραση του "export" σε Ελληνικά

Οι εξαγωγή, εξαγωγές, εξαγωγικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "export" σε Ελληνικά.

export noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • εξαγωγή

    noun feminine

    Temporär export inom ramen för förfarandet för passiv förädling.

    Προσωρινή εξαγωγή στο πλαίσιο του καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεισαγωγή.

  • εξαγωγές

    noun

    Globaliseringen är en realitet och exporten är avgörande för Europas tillväxt.

    Η παγκοσμιοποίηση αποτελεί γεγονός αδιαμφισβήτητο και οι εξαγωγές έχουν καίρια σημασία για την οικονομική ανάπτυξη της Ευρώπης.

  • εξαγωγικός

    Inga nya importpålagor vid export eller avgifter med motsvarande verkan skall införas i handeln mellan gemenskapen och Israel.

    Ουδείς νέος εξαγωγικός δασμός ή φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος επιβάλλεται στις συναλλαγές μεταξύ της Κοινότητος και του Ισραήλ.

  • προϊόν εξαγωγής

    noun

    Exportens varusammansättning är mycket koncentrerad.

    Η διάρθρωση των προϊόντων εξαγωγής είναι πολύ συγκεντρωτική.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " export " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Export
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • εξαγωγή

    noun

    Temporär export inom ramen för förfarandet för passiv förädling.

    Προσωρινή εξαγωγή στο πλαίσιο του καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεισαγωγή.

Φράσεις παρόμοιες με "export" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "export" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη