Μετάφραση του "fasta" σε Ελληνικά

Οι νηστεία, νηστεύω, δίαιτα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fasta" σε Ελληνικά.

fasta verb noun adjective common γραμματική

fastetid [..]

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • νηστεία

    noun feminine

    Efter ett halvår utan en matbit kan knölvalarna äntligen bryta fastan.

    Μετά από έξι μήνες χωρίς μπουκιά, οι χάμπακ μπορούν επιτέλους να σπάσουν τη νηστεία τους.

  • νηστεύω

    verb

    avstå från mat och dryck

    Han sade att han fastade två gånger i veckan och betalade sitt tionde.

    Είπε ότι νήστευε δύο φορές την εβδομάδα και ότι πλήρωνε τα δέκατά του.

  • δίαιτα

    noun feminine

    fastetid [..]

    Vid åksjuka rekommenderas en lätt måltid eller en munsbit före doseringen, men förlängd fasta före administrering bör undvikas

    Στην ασθένεια λόγω μεταφοράς, συνίσταται ένα ελαφρύ γεύμα ή σνακ πριν την λήψη, ενώ θα πρέπει να αποφεύγεται η δίαιτα πριν τη χορήγηση

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fasta " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Fasta
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Νηστεία

    period då en person självmant avstår från mat och eventuellt dryck i olika utsträckning

    Fastan ökar också din tillgång till hjälp från himlen eftersom den intensifierar dina böner.

    Η νηστεία επίσης αυξάνει την πρόσβασή σας στη βοήθεια των ουρανών, καθώς εντατικοποιεί τις προσευχές σας.

Φράσεις παρόμοιες με "fasta" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • στερεά απόβλητα
  • επισυνάπτω
  • αποκλειστική γραμμή
  • στερεό σωματίδιο
  • στερεό
  • ταχεία ροή
  • έστω και αν · αν και · γερός · καίτοι · καθορισμένος · μολονότι · παρόλο · πεισματάρης · προκαθορισμένος · στερεός · συγκεκριμένος
  • καθορισμένη ημερομηνία
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fasta" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη