Μετάφραση του "helighet" σε Ελληνικά
Οι αγιότητα, αγιοσύνη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "helighet" σε Ελληνικά.
helighet
-
αγιότητα
noun feminineMen våra jordiska upplevelser erbjuder oss möjligheten att välja helighet.
Αλλά οι εμπειρίες αυτής της ζωής μάς προσφέρουν την ευκαιρία να διαλέξουμε την αγιότητα.
-
αγιοσύνη
noun feminineVi kan beskriva svaghet som den begränsning av visdom, kraft och helighet som är en del av att vara människa.
Θα μπορούσαμε να ορίσουμε την αδυναμία ως τον περιορισμό στη σοφία, στη δύναμη και στην αγιοσύνη μας που συνεπάγεται του γεγονότος ότι είμαστε άνθρωποι.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " helighet " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη