Μετάφραση του "helikopter" σε Ελληνικά
Οι ελικόπτερο, Ελικόπτερο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "helikopter" σε Ελληνικά.
helikopter
noun
common
w
γραμματική
-
ελικόπτερο
noun neuterHan har hjälpt Salazar att rymma och de är i en helikopter utanför staden.
Φυγαδεύει τον Σάλαζαρ με ελικόπτερο, κι είναι πάνω απ'τα περίχωρα της πόλης.
-
Ελικόπτερο
rotorförsedd luftfarkost
Han har hjälpt Salazar att rymma och de är i en helikopter utanför staden.
Φυγαδεύει τον Σάλαζαρ με ελικόπτερο, κι είναι πάνω απ'τα περίχωρα της πόλης.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " helikopter " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "helikopter"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη