Μετάφραση του "keramik" σε Ελληνικά

Οι κεραμική, κεραμικά, αγγειοπλαστική είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "keramik" σε Ελληνικά.

keramik noun Noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κεραμική

    noun feminine

    Blandningar eller separata fraktioner av betong, tegel, klinker och keramik som innehåller farliga ämnen

    μείγματα ή επιμέρους συστατικά από σκυρόδεμα, τούβλα, πλακάκια και κεραμικά που περιέχουν επικίνδυνες ουσίες

  • κεραμικά

    noun neuter

    Blandningar eller separata fraktioner av betong, tegel, klinker och keramik som innehåller farliga ämnen

    μείγματα ή επιμέρους συστατικά από σκυρόδεμα, τούβλα, πλακάκια και κεραμικά που περιέχουν επικίνδυνες ουσίες

  • αγγειοπλαστική

    noun feminine

    Konkret talar vi om textil-, keramik- och jordbruksindustrin.

    Συγκεκριμένα, αναφερόμαστε στην κλωστοϋφαντουργία, στην αγγειοπλαστική και στη γεωργία.

  • Κεραμική

    Blandningar eller separata fraktioner av betong, tegel, klinker och keramik som innehåller farliga ämnen

    μείγματα ή επιμέρους συστατικά από σκυρόδεμα, τούβλα, πλακάκια και κεραμικά που περιέχουν επικίνδυνες ουσίες

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " keramik " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "keramik" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "keramik" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη