Μετάφραση του "keratin" σε Ελληνικά

Το κερατίνη είναι η μετάφραση του "keratin" σε Ελληνικά.

keratin
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κερατίνη

    noun feminine

    L-cysteinhydrokloridmonohydrat, fast form, framställt genom hydrolys av keratin från fågelfjädrar.

    Μονοένυδρη υδροχλωρική L-κυστεΐνη σε στερεά μορφή, που παράγεται με υδρόλυση κερατίνης από φτερά πτηνών

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " keratin " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "keratin" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη