Μετάφραση του "koksalt" σε Ελληνικά

Το αλάτι είναι η μετάφραση του "koksalt" σε Ελληνικά.

koksalt noun neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αλάτι

    noun neuter

    Natriumklorid, som går under benämningen vanligt koksalt, räknas som näringsämne i gemenskapslagstiftningen.

    Το χλωριούχο νάτριο, γνωστό ως κοινό αλάτι, θεωρείται από την κοινοτική νομοθεσία ως συστατικό τροφίμων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " koksalt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "koksalt"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "koksalt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη