Μετάφραση του "kompensation" σε Ελληνικά
Οι αποζημίωση, αντιστάθμιση, αντιρρόπηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kompensation" σε Ελληνικά.
kompensation
noun
common
γραμματική
-
αποζημίωση
noun feminineGemenskapens finansiella stöd för kompensation för slakt av djur skall begränsas.
Η χρηματοδοτική συνδρομή της Κοινότητας για την αποζημίωση των ιδιοκτητών για τη σφαγή των ζωών τους, περιορίζεται σε:
-
αντιστάθμιση
Noun feminineMålet är också ofta att ge kompensation för ekonomiska svårigheter och för de bördor som familjeansvaret innebär.
Εκείνο που συχνά απαιτείται είναι αντιστάθμιση των οικονομικών περιορισμών και των βαρών που δημιουργούν οι οικογενειακές υποχρεώσεις.
-
αντιρρόπηση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " kompensation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "kompensation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αντιπαροχή συμφωνίας
-
χρηματική αποζημίωση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη