Μετάφραση του "kompetens" σε Ελληνικά

Οι ικανότητα, τεχνογνωσία, Ικανότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kompetens" σε Ελληνικά.

kompetens noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ικανότητα

    noun feminine

    Jag har aldrig tvivlat vare sig på dessa tillfälliga arbetstagares kompetens eller goda europeiska vilja.

    Δεν αμφιβάλλω ούτε στιγμή ούτε για την ικανότητα ούτε για την ευρωπαϊκή καλή θέληση αυτών των εκτάκτων υπαλλήλων.

  • τεχνογνωσία

    noun

    Ledamöterna skall ha en bred kompetens och personlig sakkunskap inom ett eller flera av följande områden

    Τα μέλη πρέπει να έχουν ευρύ γνωστικό υπόβαθρο και προσωπική τεχνογνωσία σε ένα από τα παρακάτω πεδία

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kompetens " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Kompetens
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ικανότητα

    Jag har aldrig tvivlat vare sig på dessa tillfälliga arbetstagares kompetens eller goda europeiska vilja.

    Δεν αμφιβάλλω ούτε στιγμή ούτε για την ικανότητα ούτε για την ευρωπαϊκή καλή θέληση αυτών των εκτάκτων υπαλλήλων.

Φράσεις παρόμοιες με "kompetens" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kompetens" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη