Μετάφραση του "kompromiss" σε Ελληνικά
Οι συμβιβασμός, διακινδυνεύω, Συμβιβασμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kompromiss" σε Ελληνικά.
kompromiss
noun
common
γραμματική
-
συμβιβασμός
masculineKommissionen accepterade att hänvisningen inte införlivades med tanke på en övergripande kompromiss.
Η Επιτροπή αποδέχθηκε να μη συμπεριληφθεί η αναφορά, στο πνεύμα ενός συνολικού συμβιβασμού.
-
διακινδυνεύω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " kompromiss " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Kompromiss
-
Συμβιβασμός
Kompromissen, så som den har lagts fram, är inte en tillfredsställande reaktion.
Ο συμβιβασμός, όπως προτάθηκε, δεν συνιστά ικανοποιητική αντίδραση.
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη