Μετάφραση του "ledig" σε Ελληνικά
Οι ελεύθερος, ευκίνητος, σβέλτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ledig" σε Ελληνικά.
ledig
adjective
γραμματική
-
ελεύθερος
adjective masculineSå när du är ledig och klar och gjort det du ska i fiendeland, då säger vi hejdå.
Οπότε όταν θα είσαι ελεύθερος και θα προσπαθείς να ορθοποδήσεις, θα σε στείλουν στον αγύριστο.
-
ευκίνητος
adjective -
σβέλτος
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ledig " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "ledig" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ελεύθερη κυψέλη · κυψέλη αναμονής
-
κενή έδρα
-
διαθέσιμη μνήμη
-
χώρος συγκέντρωσης ελεύθερων μέσων αποθήκευσης
-
πρόβλημα ανεπαρκούς μνήμης
-
χρόνος εκτός εργασίας
-
προσφορά εργασίας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη