Μετάφραση του "ledighet" σε Ελληνικά
Οι άδεια, διακοπές είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ledighet" σε Ελληνικά.
ledighet
Noun
γραμματική
-
άδεια
noun feminineSärskild ledighet beviljas endast om valet äger rum en arbetsdag.
Συνεπώς, ειδική άδεια χορηγείται μόνον εφόσον οι εκλογές διεξάγονται μια εργάσιμη ημέρα.
-
διακοπές
noun feminineJag hoppas att ni alla får en bra ledighet, men först sedan ni har röstat i eftermiddag!
Εύχομαι σε όλους καλές διακοπές, όμως μόνο αφού ψηφίσετε σήμερα το απόγευμα!
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ledighet " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "ledighet" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ειδική άδεια
-
άδεια άνευ αποδοχών
-
άδεια για πολιτικούς λόγους
-
άδεια για κοινωνικούς λόγους
-
άδεια μετ' αποδοχών
-
άδεια επαγγελματικής κατάρτισης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη