Μετάφραση του "lera" σε Ελληνικά
Οι άργιλος, πηλός, λάσπη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lera" σε Ελληνικά.
lera
noun
common
w
γραμματική
-
άργιλος
noun masculineTill exempel förekommer lerskiffer även som en oundviklig restprodukt vid utvinningen av lera.
Ενδεικτικά, η σχιστή άργιλος προκύπτει επίσης ως αναπόφευκτο υποπροϊόν της εξόρυξης αργίλου.
-
πηλός
noun masculineMimi sa att lera är bra för magen.
H θεία Μίμι λέει ότι ο πηλός κάνει καλό στη χώνεψη.
-
λάσπη
noun feminineDe bygger ett bo av lera på undersidan av ett klippblock där det sitter i skydd för regnet.
Χτίζουν μια φωλιά από λάσπη στην κάτω πλευρά του βράχου, όπου θα προστατεύεται απ'τη βροχή.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- γύψος
- βόρβορος
- Άργιλος
- πυρίμαχο τούβλο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lera " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "lera"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη