Μετάφραση του "leva" σε Ελληνικά

Οι ζω, βιώνω, επιβιώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "leva" σε Ελληνικά.

leva Verb noun γραμματική

Att vara levande eller i livet. [..]

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ζω

    verb

    Είμαι ζωντανός, κάνω τη ζωή μου.

    Generellt sett lever kvinnor längre än män.

    Γενικά οι γυναίκες ζουν περισσότερο από τους άντρες.

  • βιώνω

    verb

    Min käraste flicka jag lever gårdagen idag.

    " Γλυκό μου κορίτσι, βιώνω το σήμερα στο χθες ".

  • επιβιώνω

    verb

    Jag tror på att hålla mig levande.

    Πιστεύω στο να επιβιώνω.

  • επιζώ

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " leva " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "leva" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "leva" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη