Μετάφραση του "lockout" σε Ελληνικά
Το ανταπεργία είναι η μετάφραση του "lockout" σε Ελληνικά.
lockout
-
ανταπεργία
noun- En arbetsmarknadskonflikt i västamerikanska hamnar ledde till en tio dagars lockout i de berörda hamnarna.
Εργασιακές διαφορές στη δυτική ακτή των ΗΠΑ είχαν ως αποτέλεσμα 10ήμερη ανταπεργία στους λιμένες αυτούς.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lockout " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη