Μετάφραση του "lod" σε Ελληνικά

Οι βυθομετρητής, βαρίδι, αλφάδι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lod" σε Ελληνικά.

lod noun neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • βυθομετρητής

    noun masculine
  • βαρίδι

    neuter

    Det största tillåtna felet för hela måttet i läge för mätning med fästat lod får dock aldrig understiga 0,6 mm.

    Εντούτοις το μέγιστο ανεκτό σφάλμα επί του συνόλου του οργάνου σε θέση χρήσεως με το βαρίδι δεν είναι ποτέ κατώτερο από 0,6 mm.

  • αλφάδι

    noun neuter

    Bland de redskap som murare använde var hammare, yxa, stensåg, lodmall, mätsnöre och lod.

    Μεταξύ των εργαλείων που χρησιμοποιούσαν ήταν το σφυρί, το τσεκούρι, το λιθοπρίονο, το αλφάδι, το μετρικό σχοινί και η στάθμη.

  • βολίδα

    noun feminine

    Sammansatta pejlingsmåttband av metall med lod för mätning av vätskenivå

    Μικτές βολίδες με βαρύδι προοριζόμενες για τη μέτρηση της στάθμης των υγρών.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lod " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lod" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη