Μετάφραση του "mor" σε Ελληνικά
Οι μητέρα, μάνα, μαμά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mor" σε Ελληνικά.
mor
noun
common
w
γραμματική
En kvinna som har åtminstone ett barn.
-
μητέρα
noun feminineJag vet inte vem min mor är.
Δεν ξέρω ποια είναι η μητέρα μου.
-
μάνα
noun feminineMin mor är ute.
Η μάνα μου λείπει.
-
μαμά
noun feminineDe förde bort mor på samma sätt när vi var små.
Με τον ίδιο τρόπο πήραν και τη μαμά όταν ήμασταν μωρά.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- θείος
- Μαυριτανός
- γονέας
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " mor " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "mor"
Φράσεις παρόμοιες με "mor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης
-
μοντέρνο πένταθλο
-
μοντέρνος · νεώτερος · σύγχρονος
-
γαλάζιος · μάνα · μαμά · μητέρα · μπλε
-
προγιαγιά
-
νεότερη ιστορία · νεώτερη ιστορία
-
Σύγχρονη χριστιανική
-
αθλητής του μοντέρνου πεντάθλου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη