Μετάφραση του "moral" σε Ελληνικά

Οι ηθική, ηθικότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "moral" σε Ελληνικά.

moral noun common γραμματική

morallära [..]

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ηθική

    noun masculine

    Då kommer vi att misslyckas. Er moral förlamar er.

    Τότε θα αποτύχουμε, γιατί η ηθική σας, σας αχρηστεύει.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " moral " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Moral
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ηθικότητα

    Noun

    Men de principer och den grundläggande moral som Frälsaren lärde utsätts för allvarliga angrepp i dagens värld.

    Ωστόσο, οι αρχές και η βασική ηθικότητα που δίδαξε ο Σωτήρας, είναι υπό σοβαρή επίθεση στον σημερινό κόσμο.

Φράσεις παρόμοιες με "moral" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "moral" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη