Μετάφραση του "multimeter" σε Ελληνικά

Το Πολύμετρο είναι η μετάφραση του "multimeter" σε Ελληνικά.

multimeter
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Πολύμετρο

    strömstyrka (A); värdet kan mätas med en multimeter

    ηλεκτρικό ρεύμα (A), το οποίο μπορεί να μετρηθεί με πολύμετρο·

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " multimeter " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "multimeter" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη