Μετάφραση του "multipel-" σε Ελληνικά
Το πολλαπλάσιος είναι η μετάφραση του "multipel-" σε Ελληνικά.
multipel-
-
πολλαπλάσιος
adjectiveMultiplarna kan vara i intervall med en annan multipel för varje jämförbart förhållande.
Τα πολλαπλάσια δύναται να είναι σε διαστήματα με διαφορετικό πολλαπλάσιο για κάθε συγκρίσιμο στοιχείο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " multipel- " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "multipel-" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Γραμμική παλινδρόμηση
-
περιβάλλον εργασίας πολλαπλών εγγράφων
-
Πολλαπλή σκλήρυνση
-
Πολλαπλάσιο
-
πολλαπλή συχνότητα διπλού τόνου
-
Ελάχιστο κοινό πολλαπλάσιο
-
ελάχιστο κοινό πολλαπλάσιο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη