Μετάφραση του "mumla" σε Ελληνικά

Οι μουρμουρίζω, βουίζω, ψελλίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mumla" σε Ελληνικά.

mumla verb γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μουρμουρίζω

    verb

    Det har grundbetydelsen ”ge ifrån sig oartikulerade ljud”, och det återges bland annat med ”jämra sig”, ”morra”, ”kuttra” och ”mumla”.

    Βασικά σημαίνει «βγάζω άναρθρους ήχους» και αποδίδεται “βογκώ από θλίψη”, “βρυχιέμαι”, «γρούζω» και “μουρμουρίζω”.

  • βουίζω

    verb
  • ψελλίζω

    verb

    men jag hör honom mumla två ord till mig:

    αλλά τον ακούω να ψελλίζει μια λέξη:

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mumla " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mumla" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη