Μετάφραση του "mun" σε Ελληνικά

Οι στόμα, Στόμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mun" σε Ελληνικά.

mun noun common masculine γραμματική

Den öppning i en varelse genom vilken mat förtärs. [..]

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • στόμα

    noun neuter

    kroppsdel [..]

    Så fort du öppnade munnen började Tiffany tvivla på om hon ville ligga med dig.

    Mόλις άvοιξες το στόμα σου, η Τίφαvι άρχισε vα αμφιβάλλει για σέvα.

  • Στόμα

    Så fort du öppnade munnen började Tiffany tvivla på om hon ville ligga med dig.

    Mόλις άvοιξες το στόμα σου, η Τίφαvι άρχισε vα αμφιβάλλει για σέvα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mun " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "mun"

Φράσεις παρόμοιες με "mun" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mun" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη