Μετάφραση του "oligarki" σε Ελληνικά

Οι ολιγαρχία, Ολιγαρχία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "oligarki" σε Ελληνικά.

oligarki noun Noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ολιγαρχία

    noun feminine

    Inom detta program finns det en självförnyande oligarki.

    Στα πλαίσια του προγράμματος υπάρχει μια ολιγαρχία που διαιωνίζεται.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " oligarki " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Oligarki
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ολιγαρχία

    Inom detta program finns det en självförnyande oligarki.

    Στα πλαίσια του προγράμματος υπάρχει μια ολιγαρχία που διαιωνίζεται.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "oligarki" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη