Μετάφραση του "pensionering" σε Ελληνικά
Το συνταξιοδότηση είναι η μετάφραση του "pensionering" σε Ελληνικά.
pensionering
-
συνταξιοδότηση
noun feminineLuxemburg har gjort begränsade framsteg när det gäller förtida pensionering.
Το Λουξεμβούργο έχει σημειώσει περιορισμένη πρόοδο όσον αφορά την πρόωρη συνταξιοδότηση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pensionering " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη