Μετάφραση του "pension" σε Ελληνικά

Οι σύνταξη, ξενώνας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pension" σε Ελληνικά.

pension noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • σύνταξη

    noun feminine

    Detta är bland annat fallet när det belopp som skall betalas överstiger de berörda personernas årliga pension.

    Τούτο ισχύει ιδίως όταν το καταβλητέο ποσό υπερβαίνει την ετήσια σύνταξη του ενδιαφερομένου.

  • ξενώνας

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pension " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "pension" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pension" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη