Μετάφραση του "pinne" σε Ελληνικά
Οι κλαρί, ξύλο, βέργα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pinne" σε Ελληνικά.
pinne
noun
common
w
γραμματική
träbit
-
κλαρί
noun neuterKan han ha blivit slagen med en pinne?
Μπορεί να γδάρθηκε από κάποιο κλαρί;
-
ξύλο
noun neuterOm någon kastar en pinne så hämtar hon den tillbaka.
Της πετάς ένα ξύλο κι αυτή πάει και σ'το φέρνει.
-
βέργα
noun feminineDet andra benet var nån slags täljd pinne.
Είχε μια σκαλισμένη βέργα στη θέση του άλλου.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ραβδί
- κλαδί
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pinne " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "pinne"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη