Μετάφραση του "pion" σε Ελληνικά
Το παιωνία είναι η μετάφραση του "pion" σε Ελληνικά.
pion
noun
common
γραμματική
-
παιωνία
noun feminineSnittblommor: frilandsodling av smörblommor, sippor, pioner och liljekonvaljer
Δρεπτά άνθη: Υπαίθριες καλλιέργειες νεραγκούλας, ανεμώνης, παιωνίας και μουγκέ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pion " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη