Μετάφραση του "presens" σε Ελληνικά

Το ενεστώτας είναι η μετάφραση του "presens" σε Ελληνικά.

presens noun neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ενεστώτας

    noun masculine

    I förbindelse med förbud är det också en klar skillnad mellan presens och aorist i grekiskan.

    Παρόμοια, στις αποτρεπτικές προστακτικές, ο ενεστώτας και ο αόριστος παρουσιάζουν σαφή διαφορά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " presens " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "presens" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "presens" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη