Μετάφραση του "presens" σε Ελληνικά
Το ενεστώτας είναι η μετάφραση του "presens" σε Ελληνικά.
presens
noun
neuter
γραμματική
-
ενεστώτας
noun masculineI förbindelse med förbud är det också en klar skillnad mellan presens och aorist i grekiskan.
Παρόμοια, στις αποτρεπτικές προστακτικές, ο ενεστώτας και ο αόριστος παρουσιάζουν σαφή διαφορά.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " presens " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "presens" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μετοχή του ενεστώτα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη