Μετάφραση του "present" σε Ελληνικά
Οι δώρο, δωρεά, χάρισμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "present" σε Ελληνικά.
present
noun
common
w
γραμματική
-
δώρο
noun neuterJag fick ingen chans att tacka dig för presenten.
Δεν είχα χρόνο για να σε ευχαριστήσω για το δώρο μου.
-
δωρεά
noun feminine -
χάρισμα
noun neuterVi är alla uppvuxna för ändamål och har presenter som du kan aldrig drömma om.
Μας εκτρέφουν για κάποιο σκοπό και έχουμε χαρίσματα που ούτε τα ονειρεύεστε.
-
πεσκέσι
Han lämnade en present.
Άφησε πεσκέσι έξω από την πόρτα μου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " present " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "present"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη