Μετάφραση του "protestant" σε Ελληνικά
Οι διαμαρτυρόμενος, διαδηλωτής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "protestant" σε Ελληνικά.
protestant
noun
common
γραμματική
-
διαμαρτυρόμενος
noun masculineMin mor är katolik och far är protestant.
Η μητέρα μου είναι Ρωμαιοκαθολική κι ο πατέρας μου Διαμαρτυρόμενος.
-
διαδηλωτής
noun masculineHan är bara en politisk protestant.
Είναι απλά ένας πολιτικός διαδηλωτής.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " protestant " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη