Μετάφραση του "protestantism" σε Ελληνικά

Οι προτεσταντισμός, Προτεσταντισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "protestantism" σε Ελληνικά.

protestantism noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • προτεσταντισμός

    noun

    Protestantismen var född med sitt rop på reformation.

    Ο προτεσταντισμός γεννήθηκε από ένα έντονο κάλεσμα για μεταρρύθμιση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " protestantism " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Protestantism
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Προτεσταντισμός

    Protestantismen uppstod i 1500-talets Europa i ett försök att reformera den romersk-katolska kyrkan.

    Ο Προτεσταντισμός εμφανίστηκε στην Ευρώπη του 16ου αιώνα ως προσπάθεια μεταρρύθμισης της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "protestantism" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη