Μετάφραση του "prov" σε Ελληνικά

Οι εξέταση, δοκιμή, δοκιμασία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "prov" σε Ελληνικά.

prov noun Noun neuter γραμματική

examination [..]

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • εξέταση

    noun feminine

    Det muntliga provet kommer förmodligen att äga rum i Bryssel.

    Η προφορική εξέταση θα διεξαχθεί, κατ' αρχήν, στις Βρυξέλλες.

  • δοκιμή

    noun feminine

    Gasmotorer provas endast under den nya provcykeln med transienta belastningssteg.

    Οι κινητήρες αερίου υποβάλλονται μόνο στον νέο κύκλο δοκιμών μεταβατικών συνθηκών.

  • δοκιμασία

    noun feminine

    De kommer även att få genomgå prov i ett utvärderingscentrum där de bedöms av externa rekryteringskonsulter.

    Οι υποψήφιοι θα υποβληθούν σε δοκιμασία σε κέντρο αξιολόγησης το οποίο διαχειρίζονται εξωτερικοί σύμβουλοι προσλήψεων.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δείγμα
    • διαγώνισμα
    • εξετάσεις
    • τεστ
    • ανάλυση
    • απόδειξη
    • πρόβα
    • δίκη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " prov " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Prov
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • δοκιμή

    noun

    Prov av typ 1 ska utföras på ett fordon med de egenskaper som anges i typgodkännandeintyget.

    Η δοκιμή τύπου 1 διεξάγεται επί οχήματος με προδιαγραφές όμοιες με εκείνες που περιγράφονται στο πιστοποιητικό έγκρισης τύπου.

Εικόνες με "prov"

Φράσεις παρόμοιες με "prov" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "prov" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη