Μετάφραση του "prov-" σε Ελληνικά

Το δοκιμαστικός είναι η μετάφραση του "prov-" σε Ελληνικά.

prov-
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • δοκιμαστικός

    adjective masculine

    Provningsanläggningen för olika avloppsreningsanläggningstyper ska provas av en teknisk tjänst.

    Η δοκιμαστική μονάδα για ένα εύρος τύπων μονάδας επεξεργασίας λυμάτων επί πλοίου υποβάλλεται σε δοκιμή από τεχνική υπηρεσία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " prov- " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "prov-" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • συμμετοχή στις εξετάσεις
  • δοκιμάζω · πειραματίζομαι · προσπαθώ
  • ανάλυση · απόδειξη · δίκη · δείγμα · διαγώνισμα · δοκιμή · δοκιμασία · εξέταση · εξετάσεις · πρόβα · τεστ
  • βιομετρικό δείγμα
  • δοκιμή
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "prov-" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη