Μετάφραση του "pupill" σε Ελληνικά
Οι κόρη, κόρη ματιού, Κόρη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pupill" σε Ελληνικά.
pupill
noun
common
w
γραμματική
-
κόρη
noun feminineJag pratade om pupillen i ditt öga, unga fröken.
Αναφερόμουν στην κόρη του ματιου σας, νεαρη μου.
-
κόρη ματιού
nounPupillerna reagerar lite på ljus.
Ελαφρά συστολή κόρης ματιού.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pupill " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Pupill
-
Κόρη
Jag pratade om pupillen i ditt öga, unga fröken.
Αναφερόμουν στην κόρη του ματιου σας, νεαρη μου.
Εικόνες με "pupill"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη