Μετάφραση του "pur" σε Ελληνικά

Οι καθαρός, παστρικός, άψογος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pur" σε Ελληνικά.

pur adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • καθαρός

    adjective

    I vilken form som statsstödet tillhandahålls, t.ex. pure cover, statligt finansieringsstöd.

    Σε ποια μορφή παρέχεται η δημόσια στήριξη, π.χ. καθαρή κάλυψη, δημόσια χρηματοδοτική στήριξη

  • παστρικός

  • άψογος

    adjective masculine
  • αγνός

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pur " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pur" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη