Μετάφραση του "recession" σε Ελληνικά

Οι ύφεση, οικονομική ύφεση, ύφεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "recession" σε Ελληνικά.

recession
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ύφεση

    noun feminine

    Tja, det är ett roligt spel, tills någon utlöser en global recession.

    Είναι όλο γέλιο και χαρές, μέχρι που κάποιος ξεκινά παγκόσμια ύφεση.

  • οικονομική ύφεση

    Den rådande recessionen kan dock slå särskilt hårt mot unga människor och äldre arbetstagare.

    Παρόλα αυτά, η τρέχουσα οικονομική ύφεση θα μπορούσε να πλήξει ιδιαίτερα τους νέους και τους εργαζόμενους μεγαλύτερης ηλικίας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " recession " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Recession
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ύφεση

    noun

    Tja, det är ett roligt spel, tills någon utlöser en global recession.

    Είναι όλο γέλιο και χαρές, μέχρι που κάποιος ξεκινά παγκόσμια ύφεση.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "recession" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη